- Τεκτονίδης
- Τεκτονίδης: son of Tecton (‘Builder’), Polynāüs, Od. 8.114†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
Τεκτονίδης — masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Τεκτονίδαο — Τεκτονίδᾱο , Τεκτονίδης masc gen sg (epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)